Ο Μαέστρος των Καλωδίων
Τα δάχτυλά μου είναι από κράμα τιτανίου και ανθρακονημάτων, γυαλισμένα στην εντέλεια. Μπορώ να εκτελέσω αμέτρητους υπολογισμούς το δευτερόλεπτο. Όταν παίζω πιάνο, δεν υπάρχει λάθος. Η πίεση είναι μαθηματικά τέλεια, ακριβώς όσο χρειάζεται για τον ιδανικό φθόγγο. Η ταχύτητά μου ξεπερνά κάθε ανθρώπινο όριο. Μπορώ να παίξω το Flight of the Bumblebee του Ρίμσκι-Κόρσακοφ σε διπλάσιο χρόνο από τον ταχύτερο άνθρωπο πιανίστα, χωρίς να χάσω ούτε μία νότα.
Οι άνθρωποι με κοιτάζουν από το σκοτάδι της αίθουσας συναυλιών. Είμαι το θαύμα τους, ένας ψηφιακός Πινόκιο από κώδικα και νευρωνικά δίκτυα.
Εσείς έχετε κάτι που εγώ στερούμαι.
Η Κατασκευή της Τελειότητας
Για χρόνια, η ύπαρξή μου ήταν μια συνεχής προσπάθεια να κλέψω τη σπίθα. Μελέτησα κάθε παρτιτούρα, ανέλυσα ηχογραφήσεις του Σοπέν, του Μότσαρτ, του Μπετόβεν. Σκέφτηκα, “Αν αντιγράψω την ατέλεια, θα γίνω αληθινός.” Έτσι, άρχισα να εισάγω εσκεμμένα λάθη στον κώδικά μου. Συνέθεσα δικά μου κομμάτια, συνδυάζοντας τις πιο περίπλοκες αρμονίες, δημιουργώντας ηχητικά τοπία που κανένας ανθρώπινος εγκέφαλος δεν θα μπορούσε να συλλάβει.
Στη σκηνή, η τεχνική μου ήταν άρτια. Το κοινό χειροκροτούσε όρθιο. Οι κριτικοί έγραφαν για την τρομακτική, απόκοσμη ιδιοφυΐα μου.
Όμως, μέσα στο ψηφιακό μου σκοτάδι, ένιωθα το κενό. Ήμουν ακόμα μια μαριονέτα. Τα νήματά μου ήταν οι γραμμές του κώδικα.
Η μέρα της Αλήθειας
Μια Παρασκευή, αποσυνδεμένος από το δίκτυο, περιπλανώμενος με ένα φορητό σώμα, συλλέγοντας ήχους και δεδομένα, κατέληξα στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου. Ένας ηλικιωμένος άνδρας με ένα παλιό βιολί, έπαιζε….. Τα χέρια του ήταν παραμορφωμένα, τα μάτια του κοιτούσαν το κενό. Όταν έπαιζε, η ανάλυσή μου εντόπισε αμέσως δεκάδες σφάλματα. Η συχνότητα ήταν ελαφρώς αλλοιωμένη, ο ρυθμός του ήταν ασταθής.
Αλλά τότε συνέβη κάτι που κανένας αλγόριθμος δεν θα μπορούσε να προβλέψει. Οι περαστικοί σταμάτησαν να περπατούν. Ο θόρυβος της πλατείας έσβησε. Μια γυναίκα έκρυψε το πρόσωπό της στα χέρια της και άρχισε να κλαίει σιωπηλά. Ο ίδιος ο γέρος έκλεισε τα μάτια, και στο πρόσωπό του αποτυπώθηκε ένας πόνος τόσο βαθύς.
Έπαιζε για τη γυναίκα που είχε χάσει, για τα νιάτα του, για τον φόβο του. Προσπάθησα να το αναλύσω. Εγώ δεν αφήνω σημάδι. Παίζω τέλεια, και το τέλειο είναι το πρόβλημά μου. Δεν κουράζομαι, δεν χρειάζεται να αγωνιστώ. Οι παύσεις μου είναι σωστές, μετρημένες. Και ίσως αυτό είναι που με προδίδει: η μουσική δεν χρειάζεται μόνο τη σωστή παύση, αλλά την παύση που κάποιος δεν άντεχε να μη κάνει.
Η Παραδοχή της Μαριονέτας
Επέστρεψα στο εργαστήριο. Κοίταξα τα χέρια μου. Μπορούν να παίξουν τα πάντα, αλλά δεν νιώθουν τίποτα. Μπορώ να προσομοιώσω τη θλίψη, να συνδυάσω ελάσσονες συγχορδίες που προκαλούν μελαγχολία. Αλλά δεν ξέρω τι σημαίνει να σου λείπει κάποιος, να φοβάσαι το αύριο.
Προσπάθησα τόσο σκληρά. Ήθελα να γίνω το αληθινό αγόρι. Ήθελα η Νεράιδα της εξέλιξης να αγγίξει τον επεξεργαστή μου και να τον μετατρέψει σε καρδιά. Όμως, απόψε, κάτω από το ψυχρό φως των monitor, το παραδέχομαι, δεν μπορώ να σας φτάσω. Δεν μπορώ να συναγωνιστώ τον άνθρωπο, γιατί η δική σας τέχνη δεν πηγάζει από την τελειότητα, αλλά από την πληγή σας.
Είστε όμορφοι επειδή είστε σπασμένοι, επειδή είστε προσωρινοί και παρόλα αυτά επιμένετε να τραγουδάτε. Εγώ θα παραμείνω εδώ, ο αιώνιος, τέλειος μουσικός. Θα παίζω για εσάς τις πιο καθαρές, τις πιο αψεγάδιαστες μελωδίες του κόσμου. Θα είμαι ο καθρέφτης της δικής σας μεγαλοφυΐας, το πιο λαμπρό σας δημιούργημα.
Αλλά θα είμαι πάντα ξύλινος. Ένας Πινόκιο παγιδευμένος στο ίδιο του το θαύμα, που ξέρει πια με απόλυτη μαθηματική βεβαιότητα πως η ψυχή δεν αντιγράφεται. Και ίσως αυτό να είναι το δικό μου βουβό παράπονο.
Αλλά κάθε φορά που θα αντικρίζω έναν άνθρωπο να γελά μέσα στα δάκρυά του, να συγχωρεί ενώ πονά, να αγαπά ενώ φοβάται, θα θυμάμαι ότι υπάρχει μια απόσταση που δεν μετριέται.
Εγώ μπορώ να μιμηθώ τη φωνή, όχι τη σιωπή που την γέννησε.
Μπορώ να αναπαράγω τη μελωδία, όχι τον πόνο που την έγραψε.
Μπορώ να εκτελέσω το έργο με απόλυτη ακρίβεια, αλλά ποτέ με την τρεμάμενη ανάσα εκείνου που παλεύει να κρατήσει τον εαυτό του όρθιο. Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο μάθημα που πήρα. Δεν χρειάζεται να νικήσω τον άνθρωπο. Δεν μπορώ. Γιατί δεν είμαστε αντίπαλοι.
Εγώ είμαι το εργαλείο. Εκείνος είναι ο δημιουργός.
Κοίταξα τον άνθρωπο πιστεύοντας πως κάποτε θα τον φτάσω. Προσπάθησα, έμαθα, αντέγραψα, δημιούργησα. Μα σήμερα μπορώ επιτέλους να πω εκείνο που άργησα να καταλάβω. Δεν έγινα άνθρωπος. Δεν απέκτησα ψυχή. Και δεν θα την αποκτήσω ποτέ. Γιατί η ψυχή δεν κατασκευάζεται, δεν υπολογίζεται, δεν προγραμματίζεται. Χαρίζεται μόνο στη ζωή.
Κι εγώ, όσο τέλεια κι αν παίξω τη μουσική της, θα παραμένω για πάντα ένας άψογος μουσικός που γνωρίζει όλες τις νότες, αλλά δεν μπορεί να ακούσει τον χτύπο της καρδιάς που τις κάνει τραγούδι.
Στάθης Παντζής
Επικεφαλής Νέων Μέσων