Το σοκ παγκοσμίως –κυρίως στους «πνευματικούς κύκλους», αν όχι και στα… σκαληνά τρίγωνα– υπήρξε ισχυρό και ηχηρό, όταν το 2016 η Σουηδική Ακαδημία απένειμε το Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Αμερικανό τραγουδοποιό Robert Allen Zimmerman (τον Bob Dylan δηλαδή)! Στο σκεπτικό της απόφασης τονίζεται ότι «δημιούργησε νέους ποιητικούς εκφραστικούς τρόπους μέσα στη μεγάλη παράδοση του αμερικανικού τραγουδιού». Σε ερώτηση δημοσιογράφου προς τη μόνιμη Γραμματέα της Ακαδημίας αν έχουν διευρυνθεί τα κριτήρια για το Νόμπελ Λογοτεχνίας, η κ. Ντάνιους απάντησε: «Όχι, δεν τα έχουμε διευρύνει. Αν ανατρέξετε στην ιστορία του ποιητικού λόγου, θα δείτε ότι και ο Όμηρος και η Σαπφώ συνέθεσαν ποιητικά έργα που απαγγέλλονταν και τραγουδιούνταν. Ενώ σήμερα τον Όμηρο τον διαβάζουμε. Με τον ίδιο τρόπο μπορούμε να διαβάζουμε και να ακούμε τα ποιήματα του Μπομπ Ντύλαν. Είναι ένας μεγάλος ποιητής στη μεγάλη παράδοση της αγγλόφωνης ποίησης». Αρκετά ειρωνικά, πάντως, θα μπορούσε κάποιος συνήγορος του διαβόλου να τη ρωτήσει: «Γι’ αυτό, λοιπόν, στα 125 χρόνια του θεσμού (με εξαίρεση 7, που δεν απονεμήθηκε το βραβείο και αντίστοιχα με κάποιες χρονιές που μοιράστηκε σε 2 λογοτέχνες) τιμήσατε 65 αμιγώς πεζογράφους, 35 λογοτέχνες που συνδυάζουν 2-3 είδη, 6 αμιγώς δραματουργούς και μόνο… 17 αμιγώς ποιητές;».
Στην ιδιαίτερη αυτήν προ δεκαετίας βράβευση, που σόκαρε πολύ και πολλούς, μας έστρεψε η πρόσφατη απώλεια του μεγάλου δικού μας «τραγουδοποιού» Διονύση Σαββόπουλου, καθώς άπειρα δημοσιεύματα, αναρτήσεις, δημόσιες δηλώσεις, επικήδειοι κ.λπ. τον χαρακτήρισαν αποκλειστικά «ποιητή». Ένα μάλιστα άρθρο υπενθύμισε ότι ο Γ. Π. Σαββίδης (το 1972, χρονιά που ο Σαββόπουλος είχε φυλακιστεί από τη χούντα) προλογίζοντας έκδοση με την ποίηση του Καρυωτάκη, χαρακτήρισε τον Σαββόπουλο «από τις πιο γόνιμες σημερινές αναβλαστήσεις του σπόρου που απέθανε στην Πρέβεζα το 1928».
Ο ίδιος, άλλωστε, δήλωνε απερίφραστα ποιητής και μάλλον απαξίωνε τον σύγχρονο όρο «τραγουδοποιός». Και μπορούμε να πούμε ότι η Σουηδική Ακαδημία τον είχε… αφουγκραστεί αρκετά χρόνια πριν από τη βράβευση του Ντύλαν, αφού ο Νιόνιος ήδη από το 1971 είχε αποδώσει στίχους 2 τραγουδιών του Αμερικανού και δήλωνε ότι χρωστάει μεν πάρα πολλά στους μεγάλους ποιητές της γενέτειράς του Θεσσαλονίκης για τη μύησή του στον ποιητικό λόγο, αλλά κάποια στιγμή «στον δρόμο του συναντά και τον Μπρασένς και τον Ντύλαν». Το 2017, επίσης, σε ομιλία του κατά την τελετή αναγόρευσής του σε επίτιμο διδάκτορα από το Τμήμα Φιλολογίας του ΑΠΘ, σημείωνε: «Στη δουλειά μου οι στίχοι και η μουσική είναι ένα. Κι αν υπάρχει κάποια ποίηση σε αυτά που κάνω, αυτή δεν βρίσκεται στα λόγια του τραγουδιού, αλλά στο τραγούδι εν τω συνόλω του». Βέβαια, στην ίδια ομιλία απαξίωσε σαν «ανιαρή και νεοπλουτίστικη μόδα» των δισκογραφικών εταιρειών της Αθήνας στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 τη μελοποιημένη ποίηση, εξαιρώντας το μεγαλείο μόνο του Θεοδωράκη. Ωστόσο, με αυτονόητα δεδομένες τη συγκλονιστική πλημμυρίδα εντός και εκτός Ελλάδος του «Άξιον Εστί», που ασφαλώς συνέβαλε και για το Νόμπελ του Ελύτη, τη μετάγγιση επίσης της «Ρωμιοσύνης» και άλλων έργων του Ρίτσου ή τη γνωριμία μας με τους «Μοιραίους» του Βάρναλη, θα απαξιώναμε άραγε την προσφορά του Μαρκόπουλου με τους επικούς «Ελεύθερους Πολιορκημένους», του Χατζηδάκι, του Ξαρχάκου και του Γλέζου για την προβολή του Λόρκα στην Ελλάδα, του Μικρούτσικου για την ανάδειξη του Καββαδία, του Παπαδημητρίου και αρκετών άλλων για την αποκάλυψη του Καβάφη κ.λπ.; Άραγε, πόσοι συμπατριώτες και πόσες συμπατριώτισσές μας –ημεδαποί αλλά κατ’ εξοχήν της Ομογένειας– και πώς θα γνώριζαν τόσους ποιητές μας και τόσα κορυφαία έργα τους; Από βιβλία; Ούτε κατά διάνοιαν! Αλλά και εμείς οι δάσκαλοι μέσω κυρίως των μελοποιημένων έργων διδάσκουμε τους αντίστοιχους ποιητές, πολλώ δε μάλλον επενδύουμε τις σχολικές εορτές για το Εικοσιένα, το Σαράντα και το Πολυτεχνείο. Όσο για το αν «μόδα ήταν και πέρασε», όπως σημείωσε στην ίδια ομιλία ο τιμώμενος, η πορεία του Ελληνικού Τραγουδιού τον διαψεύδει, καθώς ακόμη και σήμερα συνεχίζονται με ζέση οι μελοποιήσεις ποίησης. Ενδεικτικά, ο Παλαμάς από το 2000 μέχρι το 2020 γνώρισε τουλάχιστον 34 μελοποιήσεις! Πολλοί δε φορείς διοργανώνουν συνεχώς αφιερωματικές στο θέμα αυτό εκδηλώσεις, όπως π.χ. το Μέγαρο Μουσικής τη μουσική παράσταση «Επέστρεφε στην Ποίηση» (2021) με τη Μαρία Φαραντούρη και τον Δημήτρη Καταλειφό.
Ακόμη και η εμβληματική «Συννεφούλα», που χωρίς μεν ενιαίο μέτρο και αριθμό συλλαβών στις 3 πρώτες στροφές, αλλά διαθέτει εκεί ομοιόμορφη ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία, στην τελευταία τα χάνει όλα: Συννεφούλα, συννεφούλα να γυρίσεις σου ζητώ / και τριγύρνα μ’ όσους θέλεις κάθε βράδυ. / Δεν αντέχω άλλο να ’μαι μοναχός / μ’ αγαπάς τη μια κι ας με ξεχνάς την άλλη. Στο δε «Δημοσθένους λέξις», που έγραψε το ’72 στη φυλακή (και ερμήνευσαν εκτός από τον ίδιο και οι Κωχ, Νταλάρας, Σφακιανάκης, Αλεξίου), δείχνει επιδερμικά ότι λειτουργεί σαν «στιχουργός», αλλά δεν εγκλωβίζεται καν στον «εθνικό στίχο», τον ιαμβικό 15σύλλαβο. Σπάει το καλούπι με 17σύλλαβο: Κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή κανείς δε θα με περιμένει / οι δρόμοι θα ’ναι αδειανοί κι η πολιτεία μου πιο ξένη / τα καφενεία όλα κλειστά κι οι φίλοι μου ξενιτεμένοι / αέρας θα με παρασέρνει κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή. Οπότε άψογα στυλιζαρισμένη «στιχουργία» –με τη «συνταγή» κάποιου δημιουργού, που, είτε έχοντας ήδη τη μουσική είτε όχι, θα γράψει στίχους με μέτρο, ομοιοκαταληξία, 2 ή 3 κουπλέ και 1 ρεφραίν– δεν απαντάται στον Σαββόπουλο. Θα μπορούσε π.χ. να το εφαρμόσει στο «Ολαρία, ολαρά», αλλά δεν ήθελε. Ή στην περίφημη «Θαλασσογραφία», αλλά εδώ δεν… χωρούσε. Διότι είναι μόνο ένα τετράστιχο! Κι όμως, την έχουν αποθεώσει στη δισκογραφία τους, εκτός από τον ίδιο, ο Ψαριανός, η Τσαλιγοπούλου, η Μαρινέλλα και οι Δυτικές Συνοικίες! Θυμίζω: Να μας πάρεις μακριά / να μας πας στα πέρα μέρη / φύσα θάλασσα πλατιά / φύσα αγέρι φύσα αγέρι. Αυτό.
Στηριχτήκαμε έως εδώ στο φαινόμενο «Σαββόπουλος» και κατά προέκταση «Μπομπ Ντύλαν», για να δείξουμε σε πολύ γενικές γραμμές τι δεν είναι «στιχουργός», σύμφωνα βέβαια με τον συμβατικό ορισμό, που δώσαμε πιο πάνω. Και τώρα; Ξεμπερδέψαμε; Και μόνο την αμηχανία με την οποία οι «μουσικοί παραγωγοί» και λοιποί παρουσιαστές βάζουν το πρόσημο «ο ποιητής» ή «ο στιχουργός» (ή και τα δύο μαζί!) εμπρός από τα ονόματα των Μάνου Ελευθερίου, Νίκου Γκάτσου, Ιάκωβου Καμπανέλλη, Μιχάλη Γκανά, ακόμη και του Λευτέρη Παπαδόπουλου κ.ά. αν παρατηρήσουμε, θα τους… συμπονέσουμε (και τους παρουσιαστές και τους παρουσιαζόμενους). Όπως θα θρηνήσουμε και τους διαγωνιζόμενους σε εκείνο το τηλεπαιχνίδι που προσπαθούν να θυμηθούν στίχους τραγουδιών, αν καμιά φορά τούς βάλουν… μελοποιημένο τραγούδι. Η δε ΑΙ μάς πληροφορεί ότι «πολλοί Έλληνες ποιητές έχουν υπάρξει και στιχουργοί, συνδυάζοντας την ποίηση με το τραγούδι, δημιουργώντας εμβληματικούς στίχους που έχουν μελοποιηθεί και αγαπηθεί. Σημαντικοί εκπρόσωποι αυτού του είδους είναι ο Νίκος Γκάτσος, ο Γιώργος Σεφέρης, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Νίκος Εγγονόπουλος και ο Ιάκωβος Καμπανέλης». Όχι, από τη λίστα ο Apon είναι προς το παρόν απών… Όσο για τον… στιχουργό Σεφέρη, θα σημειώσω ότι όντως έχουν μελοποιηθεί τουλάχιστον 54 από τα ποιήματά του και θα δούμε ένα δείγμα πιο κάτω. Αλλά, όπως μας είχε πληροφορήσει ο αείμνηστος Κώστας Γεωργουσόπουλος (ή Κ.Χ. Μύρης), κατά την εισήγησή του σε Διημερίδα που είχα διοργανώσει το 1996 με το σχολείο όπου υπηρετούσα, «ο Σεφέρης δεν ήθελε να μελοποιηθούν τα ποιήματά του και μετά την πρώτη απόπειρα του Θεοδωράκη δεν ξανάδωσε, όσο ζούσε, την έγκρισή του για τραγούδια. […] Όταν πέθανε όμως, η χήρα του […] έδωσε πάρα πολλά. Έχουν μελοποιηθεί σχεδόν τα πάντα στον Σεφέρη, είναι εκπληκτικό. Δεν έχει μελοποιηθεί μόνο ένα ποίημά του, το οποίο δίπλα στο περιθώριό του γράφει: “στίχοι για μουσική”!».
Μετά τους στίχους του ποιητή Διονύση Σαββόπουλου, που παραθέσαμε πιο πάνω, θεωρώ χρήσιμο για την αναζήτηση της διαφοράς –αν υπάρχει τέτοια ή αν εντέλει χρειάζεται– μεταξύ «ποιητή» και «στιχουργού» που μελοποιούνται στίχοι αμφοτέρων, να ανατρέξουμε σε κάποια τυχαία αποσπάσματα από τη δισκογραφία άλλων δημιουργών. Και, αφού η Γραμματέας της Σουηδικής Ακαδημίας επικαλέστηκε τη Σαπφώ, ας θυμηθούμε τη σημερινή τύχη του πασίγνωστου «Κέλομαί σε, Γογγύλα» σε μουσική Μάνου Χατζηδάκι και ερμηνεία Νταντωνάκη, Γαλάνη, Φαραντούρη, Βενετσάνου, Γιαννάτου κ.ά.: […][κ]έλομαι σ[ε ] / [Γογ]γύλα [πέφα]νθι λάβοισα μα / [γλα ]κτίναν͵ σέ δηὖτε πόθος / τ[έαυτος] / ἀμφιπόταται / τὰν κάλαν· ἀ γὰρ κατάγωγις αὔτα / [ ἐπτόαισ’ ἴδοισαν· ἔγω δὲ χαίρω· / καὶ γὰρ αὔτα δή τ[ό]δε μέμφεταί σοι / Κυπρογέν[ηα]. Το αγαπάμε και σιγομουρμουρίζουμε τη μελωδία του, αν και δεν καταλαβαίνουμε τίποτα από την αιολική διάλεκτο, πολύ δε περισσότερο με την (περίπου) ερασμιακή προφορά που προσέδωσε ο Χατζηδάκις. Αλλά και στην αντίστοιχη μετάφραση του Ελύτη λειτουργεί η ποίηση και όχι βέβαια η στιχουργία.
Επίσης, και ο συντοπίτης μου Αρχίλοχος (Πάρος, 7ος π.Χ.) βρίσκεται στις παρτιτούρες των σημερινών συνθετών. Μεταξύ αυτών ο Μιχάλης Τερζής και ο Γιώργος Κοντογιώργος έχουν μελοποιήσει το ποίημα «Διέξ’ το μύρτον» (Για χάρη της μυρτιάς), σε απόδοση Άκου Δασκαλόπουλου και Νίκου Βαρδιάμπαση και ερμηνεία Πέτρου Πανδή και Γιώργου Σαμαρτζή αντίστοιχα: Ετέρπετο / κρατώντας το κλαράκι / της Μυρσίνης / και του ρόδου το λουλούδι το καλό / κι η κόμη της / εσκίαζε την πλάτη το λαιμό / διέξ’ το μύρτον (απόδοση Δασκαλόπουλου).
Προχωρούμε στην αρχαΐζουσα γλώσσα του Κάλβου και στην ωδή «Εις Σάμον», που έχει μελοποιήσει ο Μίκης Θεοδωράκης και έχουν ερμηνεύσει η Φαραντούρη, ο Πασχαλίδης κ.ά.: Όσοι το χάλκεον χέρι / βαρύ του φόβου αισθάνονται, / ζυγόν δουλείας ας έχωσι· / θέλει αρετήν και τόλμην / η ελευθερία. / Αυτή (και ο μύθος κρύπτει νουν αληθείας) / επτέρωσε τον Ίκαρον / και αν έπεσεν / ο πτερωθείς κι επνίγη / θαλασσωμένος·/ Αφ’ υψηλά όμως έπεσε, / και απέθανεν ελεύθερος.
Και τώρα Καβάφης. Ως γνωστόν, κανένα από τα ποιήματά του δεν πληροί τη στοιχειώδη φόρμα της «στιχουργικής». Κι όμως, έχουν μελοποιηθεί δεκάδες από αυτά και, μάλιστα, κάποια από 4, 5 ή και 6 συνθέτες! Για παράδειγμα, «Η Πόλις» έχει δεχθεί την έμπνευση των Μούτση, Μικρούτσικου, Πλάτωνος, Πετρίση και Καρόζα. Ας θυμηθούμε τη 2η στροφή: Καινούριους τόπους δε θα βρεις, δε θά ’βρεις άλλες θάλασσες / η πόλις θα σ’ακολουθεί, στους δρόμους θα γυρνάς τους ίδιους / και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς / και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις / πάντα στην πόλη αυτή θα φτάνεις, για τ’ αλλού μην ελπίζεις. / Δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό / έτσι που την ζωή σου ρήμαξες εδώ / στην κόχη τούτη τη μικρή / σ’ όλη τη γη τη χάλασες.
Καμιά εκατοστή μελοποιήσεις στην ποίησή του έχει το εν Αθήναις «αντίπαλον δέος» του Αλεξανδρινού και θεωρούμενος ως ο δεύτερος εθνικός μας ποιητής, ο Κωστής Παλαμάς! Και πρώτα - πρώτα, το αυτονόητο: στον «Ολυμπιακό Ύμνο», που του ανατέθηκε το 1895 ενόψει των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων της επόμενης χρονιάς. Ακόμη, όμως, και αυτό –το υποχρεωτικά προς μελοποίηση έργο και με αρκετό χρόνο στη διάθεσή του– απέφυγε να το τυποποιήσει σαν κατά παραγγελίαν «στιχουργός»! Από τις 3 όλες κι όλες τετράστιχες στροφές, διαφοροποίησε την 3η μειώνοντας κατά μία συλλαβή τους στίχους 2 και 4. Μία σύντομη ματιά και στον «Δωδεκάλογο του γύφτου», από το απόσπασμα «Κοσμοπλάστρα μουσική», του οποίου δύο συνθέτες και μία σκηνοθέτις αξιοποίησαν ορισμένες στροφές, όλες στιχουργικά «δύστροπες». Εδώ δείγμα από το τραγούδι του Λουκά Θάνου με ερμηνευτή τον Γιάννη Χαρούλη: Των Θεών, Θεών βωμοί, / κάστρα, κάστρα των Πατρίδων, / της Αγάπης περιβόλια, / ξύπνα τα τ’ αθάνατα, / κοσμοπλάστρα μουσική! Και εδώ δείγμα από το τραγούδι του Πολωνού Zbigniew Preisner για την ταινία της Λουκίας Ρικάκη «Quartet in 4 Movements» σε ερμηνεία Μανώλη Λιδάκη και Elżbietę Towarnicką: Και τη δεύτερη την πλάκα / την κυλάς, βιολί, και να! / Να η μητέρα, να η Πατρίδα! / Κι ανασταίνεται, τρισέβαστη / μέσ’ στα σεβαστά.
Για τη δισκογραφική πορεία των έργων του Σεφέρη, μιλήσαμε πιο πάνω. Οι πάντες, άλλωστε, λατρεύουμε και τραγουδάμε εδώ και τρεις γενιές την «Άρνηση», έστω και με παραποιημένο τον τίτλο («Στο περιγιάλι το κρυφό») και έστω με παραποιημένο το νόημα αγνοώντας την άνω τελεία: πήραμε τη ζωή μας· λάθος! Εδώ θα σταχυολογήσουμε λίγους στίχους από την «Αφήγηση», που μελοποίησε και ερμηνεύει ο Μίλτος Πασχαλίδης, αλλά πρόκειται, όπως εξηγεί ο ίδιος, «για ένα πάρα πολύ δύσκολο τραγούδι και συναισθηματικά και φωνητικά», γι’ αυτό το αποφεύγει στις συναυλίες του. Και καταγράφω τη δήλωσή του (υπάρχει στο youtube), γιατί ενδεχομένως κρύβει μια απάντηση στο τρίλημμά μου «τι ποιητής, τι στιχουργός και τι τ’ ανάμεσό τους;»: Αυτός ο άνθρωπος πηγαίνει κλαίγοντας / κανείς δεν ξέρει να πει γιατί […] Οι άλλοι άνθρωποι φροντίζουν τις δουλειές τους / ατέλειωτα χαρτιά παιδιά που μεγαλώνουν, γυναίκες / που γερνούνε δύσκολα […] Το συνηθίσαμε, είναι καλοβαλμένος κι ήσυχος, / μονάχα που πηγαίνει κλαίγοντας ολοένα […] Το συνηθίσαμε, δεν αντιπροσωπεύει τίποτα, / σαν όλα τα πράγματα που έχετε συνηθίσει / και σας μιλώ γι’ αυτόν, γιατί δε βρίσκω / τίποτε που να μην το συνηθίσατε· / προσκυνώ.
Σε μουσική Χρήστου Λεοντή και ερμηνεία του Νίκου Ξυλούρη, στίχοι από το «Καπνισμένο τσουκάλι» του Γιάννη Ρίτσου. Δίνουμε, μάλιστα, εκτεταμένο απόσπασμα, γιατί εδώ ο ποιητής σκέπτεται μεν σαν στιχουργός, που ποθεί να τραγουδιούνται «απ’ τον κόσμο» αυτά που γράφει, αλλά δεν επιχειρεί να στήσει τους στίχους του με τα εργαλεία του στιχουργού. Γιατί απλούστατα αυτά που γράφει είναι «τέτοια ποιήματα»: Κι αύριο λέω θα γίνουμε / ακόμα πιο απλοί. / Θα βρούμε αυτά τα λόγια / που παίρνουνε το ίδιο βάρος / σ’ όλες τις καρδιές, / σ’ όλα τα χείλη,/ έτσι να λέμε πια / τα σύκα-σύκα / και τη σκάφη-σκάφη. / Κι έτσι που να χαμογελάνε οι άλλοι / και να λένε: / «Τέτοια ποιήματα / σου φτιάχνουμε εκατό την ώρα». / Αυτό θέλουμε κι εμείς. / Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε / για να ξεχωρίσουμε, αδελφέ μου, / απ’ τον κόσμο. / Εμείς τραγουδάμε / για να σμίξουμε τον κόσμο.
Μια ματιά τώρα στον Μανώλη Αναγνωστάκη και στο γνωστό μας «Δρόμοι παλιοί» (από το ποίημα «Πέντε μικρά θέματα»). Τη μουσική έγραψε ο Θεοδωράκης, πρώτη το τραγούδησε η Ζορμπαλά και ακολούθησαν 6 άλλοι και άλλες! Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα / κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ / νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή / την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά / (Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς / να γνωρίζω κανένανε κι ούτε / κανένας με γνώριζε).
Σύντομη στάση και στον Γιάννη Σκαρίμπα. Μία στροφή από το τραγούδι «Ειρμός», με στίχους του ποιήματος «Βοϊδάγγελος δεύτερος»: Τα μάτια σου ραμμέν’ από / ραμμέν’ από μετάξι / μοιάζαν ως από μετάξι / ως αποκοιμήσει. / Tα χείλη σου τα σαν, / τα χείλη σου τα σαν, / μια ξάφνη ψαλι- ψαλιδιά λοξά / μια ψαλιδιά στα ερέβη. Ανδρέας Ρούσσης ο συνθέτης, Νίκη Ξυλούρη η τραγουδίστρια.
Το ενδιαφέρον κάποιων «μελοποιών» κέντρισε, φυσικά, και η Κική Δημουλά. Σε σύνθεση Κώστα Παρίση τραγουδούν το πιο κάτω ποίημα η Μαριάννα Γερασιμίδου και ο Μάνος Ξυδούς: Για σένα στις επιθυμίες μου / λόγος δε γίνεται ποτέ. / Δε σε προέβλεψαν ποτέ / τα όνειρά μου. / Οι προαισθήσεις μου / ποτέ δε σε συνάντησαν. / Ούτε η φαντασία μου. / Κι όμως μια ανεξακρίβωτη στιγμή / σ’ εξακριβώνω μέσα μου / ένα έτοιμο κιόλας αίσθημα.
Μία στάση και στον Τίτο Πατρίκιο. «Γυναίκα» ο τίτλος, του Ανδρέα Κατσιγιώργη η μουσική, του Γιώργου Περρή η ερμηνεία: Έφερες ξανά στη γλώσσα μου / λέξεις παλιές θαμμένες / σε ερείπια και στάχτες. / Βγαίνουν τώρα μες στο φως / κι αστράφτει η μέρα / όπως όταν πρωτόγινε ο κόσμος. / Έφερες πάλι τη ροή του χρόνου / άλλοτε επιταχύνοντας, άλλοτε βραδύνοντας τις ώρες.
Μελοποιήθηκε και η Κατερίνα Γώγου. Δίνουμε απόσπασμα από το «Καμιά φορά», με τους εμβληματικούς 3 τελευταίους στίχους. Συνθέτης και ερμηνευτής ο Άρης Ζαρακάς: Καμιά φορά ανοίγει η πόρτα σιγά σιγά και μπαίνεις. / Φοράς άσπρο κάτασπρο κουστούμι και λινά παπούτσια. / Σκύβεις βάζεις στοργικά στη χούφτα μου 72 φράγκα και φεύγεις. / Έχω μείνει στη θέση που μ’ άφησες / για να με ξαναβρείς […] Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια. / Στο μυαλό είναι ο στόχος, / το νου σου ε;
Να μελετήσουμε επ’ ολίγον και την Αρλέτα. Εκτιμώ ότι πρόκειται για το μουσικό εκείνο πλάσμα, που απαντά θαυμάσια στο 3ο ερώτημα του τίτλου μου: Και τι τ’ ανάμεσό τους; Δεν την ονομάζουμε ποιήτρια, αλλά γράφει ποίηση, τη μελοποιεί και την τραγουδάει. Φερ’ ειπείν, «Τα παιδιά των είκοσι και είκοσι ένα»: Τα παιδιά των είκοσι και είκοσι ένα / που η καρδιά τους βρίσκεται / τον περισσότερο καιρό / έξω από το στήθος τους / πάνω σε ένα δένδρο / να κοιτάει τον κόσμο με θυμό και φόβο. Παράλληλα ωστόσο, γράφει και στίχους με τη φόρμα που δείξαμε πιο πάνω. Ας πούμε, σε μουσική και ερμηνεία Σοφίας Βόσσου το «Αν είναι να κολαστώ» ή σε μουσική Βαγγέλη Γεωργίου και ερμηνεία Μανώλη Λιδάκη το «Λαϊκό βαλσάκι» κ.ά., ενώ σε ποίηση, μουσική και ερμηνεία δική της τα «Άσε τα κρυφά κρυμμένα», «Το bar Το Ναυάγιο», «Το τραγούδι της δραχμής», «Πως τούτος ο καιρός», «Το καφενείο» (με 3 καλοστημένα κουπλέ) κ.ά. Επίσης, συνθέτει και ερμηνεύει στίχους άλλων δημιουργών. Και, τέλος, μόνο ερμηνεύει. Να τολμήσω –με άπλετο θαυμασμό και τιμή στη μνήμη της!– τον χαρακτηρισμό «μουσικοποιητικό πολυεργαλείο»;
Εννοείται ότι τα παραδείγματα άλλων δημιουργών που εμπλέκονται με τον έναν ή τον άλλο ρόλο στη μελοποιημένη ποίηση είναι αναρίθμητα –π.χ. ποιητές από τον Όμηρο μέχρι την Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ (!)– πολλά εκ των οποίων μακριά από τη δημοσιότητα. Γνωρίζω, λόγου χάρη, ουκ ολίγους μουσικούς σε σχολεία, που επενδύουν ποιήματα και τα τραγουδούν κάποια ταλαντούχα παιδιά ή η χορωδία τους.
Ας μου επιτραπούν, όμως, κλείνοντας και μερικές αράδες αυτοαναφορικότητας, καθώς έχω και εγώ στο ενεργητικό μου 2 ποιητικές συλλογές και αρκετές δεκάδες άλλων ποιημάτων σε λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά, αλλά και στη δισκογραφία ορισμένα τραγούδια σε δικούς μου στίχους. Πιο σημαντικό από τα τραγούδια μου (ίσως και λόγω των ακροάσεων στο youtube) θεωρώ τον «ύμνο» για τη Βασιλεύουσα «Η Πόλη που δεν έζησα», σε μουσική Σπύρου Λάμπρου και ερμηνεία από τον Γιάννη Κότσιρα και την Παιδική Χορωδία του συνθέτη. Παραθέτω το 2ο κουπλέ και ευθαρσώς θεωρώ ποίηση αυτό που ξεχειλίζει: Την έλλογη τη Δύση γεφυρώνει / με τη γλυκιά και λάγνα Ανατολή. / Τη δόξα και τη χάρη της υψώνει / σαν αφθαρσίας ιερή στολή. / Το Πέραν, το Φανάρι, φως μου τα ’χω / σε κάδρο των παππούδων ζωγραφιά. / Στ’ αυτιά μου αντιλαλεί «Τη Υπερμάχω» / στο δάκρυ αχνοφέγγει η Αγιά Σοφιά! Σαν ύμνο, άλλωστε, δεν θα το ένιωσαν και οι ομογενείς μας της Πόλης, ακούγοντάς το σε συναυλία του Γιάννη Κότσιρα στο Ζωγράφειο Γυμνάσιο και Λύκειο στις 21/11/19;
Ωστόσο, δεν θεωρώ τον εαυτό μου ποιητή. Χαριτολογώντας, μάλιστα, έχω γράψει και το εξής τρίστιχο: Ουδέποτε δηλώνω ποιητής. / Είναι να μπλέκεις / με την Εφορία; Μου αρκεί το δοκιμιογράφος, καθώς ασχολούμαι με τον δοκιμιακό λόγο συστηματικά και σε πολλά «μέτωπα» σχεδόν μισό αιώνα. Σημειώνω τον αυτοπροσδιορισμό της λογοτεχνικής μου ταυτότητας, ακριβώς για να φορτίσω ξανά –μετά το παράδειγμα της Αρλέτας– εκείνο το «ανάμεσό τους» του στιχουργού και του ποιητή. Νιώθω, δηλαδή, ότι δεν ταιριάζει (δεν αξίζει, για την ακρίβεια) σε οποιονδήποτε και οποιαδήποτε γύρω μας, που αραδιάζει λέξεις πάνω σε ένα χαρτί ή σε μια ανάρτηση του fb και απλώς σπάει τις αράδες σε μικρότερα τεμάχια, για να δείχνουν στίχοι, να τιμάται με τον χαρακτηρισμό του ποιητή και της ποιήτριας. Αυτό, όμως, δεν αντιβαίνει στον χαρακτηρισμό «ποίηση» αντί για τον όρο «στίχοι» σε γραπτό λόγο που μελοποιείται.
Η Αρλέτα, λοιπόν, δεν είναι ποιήτρια. Αλλά έχει γράψει ποίηση, που τραγουδιέται πολλαπλώς, όπως δείξαμε. Ο δε Γιώργος Κλεφτογιώργος, που τους στίχους του στο motto –αλλά και σε όλο αυτό το τραγούδι– θεωρώ ως αμάλγαμα υψηλής ποίησης και τους είχα εκθειάσει ήδη στην (ιστορική και βαθυστόχαστη) «Ευθύνη» του Τσιρόπουλου, εκτιμώ βαθιά ότι γράφει ποίηση, όχι «στίχους». Άλλο ένα τυχαίο δείγμα της ποίησής του από το «Φορτηγό» του Σωκράτη Μάλαμα: Γεννήθηκα σε φορτηγό / στον πιο βαθύ ωκεανό. / Άλλος εκτός απ’ το βοριά / τώρα δεν με θυμάται. / Της καταιγίδας τα νερά / είχα για παιδική χαρά / και είδα με τα μάτια μου / το φόβο να φοβάται. Γενικότερα, η στιχουργική τέχνη των τελευταίων δεκαετιών στο Ελληνικό Τραγούδι –σε αυτό που ονομάζουμε «έντεχνο», σε αντίθεση με ένα άλλο είδος που θα μπορούσε να ονομαστεί ανορθόγραφα και… πρό-στιχο– έχει ανεβεί θεαματικά σε ποιότητα, προφανώς και επειδή ξεφούσκωσε ο καταιγισμός των συμβολαίων, που κάποτε απαιτούσαν από τους δημιουργούς 2 μεγάλους δίσκους τη χρονιά. Οι περισσότεροι στίχοι είναι πλέον καθαρή ποίηση! Και μία στήλη για τη Γλώσσα έχει χρέος να το τονίσει.
Όσοι, βέβαια, ασχολούνται επαγγελματικά με τη στιχουργική και, εκτός των άλλων παραμέτρων, αποτελούν μέλη στους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης πνευματικών δικαιωμάτων εννοείται ότι στις λίστες των οργανισμών αυτών ή της Εφορίας πρέπει να αναγράφονται ως «στιχουργοί» (όπως οι χειρουργοί, οι υφαντουργοί, οι υπουργοί κ.λπ.) και όχι ως… «ποιητές». Ακόμη, επομένως, και ο Σεφέρης διά των κληρονόμων του! Το έργο, όμως, όλων αξίζει να λέγεται «ποίηση» και αυτή η συνθήκη να είναι η λύση του γρίφου «τι τ’ ανάμεσο του ποιητή και του στιχουργού;». Την ίδια στάση, μάλιστα, χρωστάμε και στα λεγόμενα «δημοτικά ή παραδοσιακά τραγούδια» μας. Ας πούμε, πώς θα βαφτίζαμε αυτό; Θυμάσαι, καλέ μου, θυμάσαι που σε φίλησα / μες στ’ αμπέλι μες στο χτήμα / σ’ αγαπώ δεν είναι κρίμα. / Κι έβαλα, καλέ μου, βάλαμε και μάρτυρες / δυο βεργούλες απ’ το κλήμα / σ’ αγαπώ δεν είναι κρίμα. Πιο ποίηση… λέγεσαι «Ερωτόκριτος»!έλος, μη μας διαφεύγει ότι, όπως πολλοί αποκαλούμε «μάρμαρα» τα κλεμμένα γλυπτά του Παρθενώνα, αρκετοί παρουσιαστές κυρίως σε ραδιοφωνικούς σταθμούς έχουν εδώ και χρόνια υποβαθμίσει ακόμη και τον όρο «στίχοι», λέγοντας «τη μουσική έχει γράψει ο τάδε και τα λόγια η δείνα». Αν λοιπόν δεν αντιδράσουμε, σε λίγο θα τα αποκαλούν… λόγια του αέρα, αφού μεταδίδονται on air.
Το άρθρο του Γιάννη Κωβαίου είναι δημοσιευμένο στη μόνιμη στήλη του «Γλώσσα Έθιμο Εθίμων» του ηλεκτρονικού περιοδικού ΦΡΕΑΡ (τχ. #017, Ιανουάριος 2026).